ευδιόριστος

εὐδιόριστος, -ον (Α)
1. αυτός που ορίζεται εύκολα
2. αυτός που διακρίνεται εύκολα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐδιόριστος — easy to define masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιορίστως — εὐδιόριστος easy to define adverbial εὐδιόριστος easy to define masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιόριστον — εὐδιόριστος easy to define masc/fem acc sg εὐδιόριστος easy to define neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.